Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου, 2021
26 C
Agrinio

ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

 

 

 

Ένα θέμα ευαίσθητο, οδυνηρό, τόσο δύσκολο να αγγίξεις και να « μιλήσεις» στην καρδιά κάποιου που πονά.

Βιβλιογραφικά δεν υπάρχει ένας τυπικός ορισμός του πένθους. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το συναίσθημα λύπης και θλίψης που ακολουθεί την αναγγελία μιας σημαντικής απώλειας.

 

Πρόκειται για μια έντονη συναισθηματική διεργασία που όμως είναι εντελώς φυσιολογική. Η διαδικασία του πένθους είναι η «συνομιλία» του σώματος με την ψυχή που έχει σαν σκοπό να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει την απώλεια. Δεν σημαίνει ότι θα ξεχάσουμε το πρόσωπο που πέθανε, αλλά θα αποδεχθούμε το γεγονός και θα συνεχίσουμε να ζούμε διατηρώντας τις αναμνήσεις.

 

Οι πατέρες της εκκλησιάς δεν αποτρέπουν τον άνθρωπο από τη λύπη και το πένθος, απλώς συνιστούν πως δεν πρέπει το πένθος να φτάνει σε επίπεδα συντριβής και απελπισίας γιατί όπως τονίζουν αυτά είναι σημάδια απιστίας. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός λυπήθηκε και δάκρυσε με την απώλεια του Λαζάρου.

 

Το πένθος που βιώνει ο κάθε άνθρωπος περνά από κάποια στάδια, βεβαία να τονίσουμε πως δεν είναι απαραίτητο ο κάθε άνθρωπος να περάσει όλα τα στάδια αλλά μερικά εξ’αυτών.

 

Πρώτο στάδιο είναι ο συγκλονισμός-σοκ. Είναι το στάδιο που βιώνεται με την αναγγελία της απώλειας. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του σταδίου είναι η άρνηση και εν συνεχεία η κατάρρευση. Αρχικά το άτομο μουδιάζει, υπάρχει χάσμα ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πραγματικότητα τα συναισθήματα είναι ιδιαίτερα έντονα όμως αρνείται να παραδεχτεί την αλήθεια του γεγονότος. Στη συνέχεια συγκλονίζεται και καταρρέει. Δεν αντιλαμβάνεται τη συμβαίνει γύρω του και φυσιολογικά έρχεται η ψυχολογική κατάρρευση. Αρκετοί συνδέουν τον συγκλονισμό, με την λιποθυμία όταν βιώνεται ένας μεγάλος σωματικός πόνος.

 

Δεύτερο στάδιο είναι η διαπραγμάτευση. Στο στάδιο αυτό ο άνθρωπος που έχει πληροφορηθεί για την απώλεια μπαίνει στη διαδικασία να διαπραγματευτεί με τους γιατρούς η ακόμα και με το Θεό. Σκέπτεται πως θα μπορούσε να υπάρχει μια διαφορετική εξέλιξη, διαπραγματεύεται ακόμα και τη δική του ζωή ζητώντας από το Θεό να τον προστατεύει. Σ αυτό το στάδιο ο πενθών διαπραγματεύεται την κατάσταση του θανάτου αφού πριν έχει βιώσει το σοκ και το συγκλονισμό.

 

Τρίτο στάδιο και ίσως το δυσκολότερο στην βίωση του πένθους είναι η οδύνη. Στο στάδιο αυτό οι πενθούντες αντιδρούν διαφορετικά. Άλλοι αισθάνονται τον πόνο τους αλλά δε μπορούν να τον εκφράσουν. Άλλοι θεωρούν πως αν συγκρατήσουν τα συναισθήματα τους θα μπορέσουν να ζήσουν υποφερτά ενώ άλλοι χάνουν τα λογικά τους και φτάνουν στο στάδιο της απελπισίας. Στο στάδιο αυτό ο πενθών βιώνει έντονη λύπη, νοσταλγεί το αγαπημένο του πρόσωπο και θλίβεται για όσα δεν κατάφερε να ζήσει μαζί του. Μπορεί να απομονωθεί κοινωνικά ή να αισθάνεται αβοήθητος και μόνος.

 

Τέταρτο στάδιο είναι η αποδοχή. Ο πενθών αποδέχεται την απώλεια και σκέφτεται πως με την πάροδο του χρόνου όλα θα είναι καλά. Στην ουσία στο στάδιο αυτό επιδιώκει να αναβιώσει όλες τις κοινές αναμνήσεις ώστε να αποδεχτεί πως αυτές έχουν παρέλθει και να κατανοήσει πλήρως πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα επανένωσης.

 

Πέμπτο στάδιο είναι η ανάρρωση. Η ανάρρωση είναι η παρατεταμένη, αργή προσαρμογή που πρέπει να κάνει ο θλιμμένος στη ζωή χωρίς κάποιον που αγαπά. Σε αυτό το στάδιο έχουμε την πλήρη συναίσθηση της θλίψης και την προσπάθεια επανασύνδεσης με τους φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής.

 

Το πένθος δεν εξαλείφεται ποτέ, αλλά μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Εκείνος που πέθανε εξακολουθεί να ζει μέσα μας. Είναι ένα μέρος του εαυτού μας που ούτε ο θάνατος ούτε ο χρόνος μπορούν να μας το αφαιρέσουν. H αληθινή αγάπη δε πεθαίνει ποτέ. O θάνατος δεν μπορεί να νεκρώσει την αγάπη, δεν μπορεί να διασπάσει το δεσμό που συνδέει τα μέλη του σώματος του Xριστού.

 

Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να παραθέσουμε το πώς ο πενθών μπορεί να αντιμετωπίσει τη λύπη που βιώνει με την απώλεια. Η εκκλησία μας μέσω του Αποστόλου Παύλου δίνει μια ξεκάθαρη και στέρεα βάση. Ο Απόστολος Παύλος στην προς Θεσσαλονικείς(4,13) επιστολή λέει «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα». Με τη φράση αυτή ο Απόστολος τονίζει ότι για τους Χριστιανούς στην πραγματικότητα ο θάνατος είναι ένας ύπνος, γι αυτό και για την εκκλησία υπάρχουν κεκοιμημένοι και όχι νεκροί. Ο Παύλος με την επιστολή του αυτή δε θέλει να «αφορίσει» τη λύπη που νιώθουμε για το θάνατο ούτε να μας μετατρέψει σε στωικούς φιλοσόφους, θέλει όμως να εξορίσει την υπερβολική λύπη που όπως έχουμε προαναφέρει οδηγεί σε απιστία. Τα ελπιδοφόρα αυτά λόγια του Αποστόλου Παύλου τα ακούμε κάθε φορά που συμμετέχουμε σε Εξόδιο ακολουθία, κι αυτό συμβαίνει αφενός για να μας προφυλάξει η εκκλησία από την απελπισία και την κατάθλιψη που θολώνει τον άνθρωπο, αφετέρου για να μας τονίσει ότι οι υπερβολικές εκδηλώσεις λύπης δεν αρμόζουν σε Χριστιανούς οι οποίοι πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού και κατ’ επέκταση προσδοκούν την δική τους ανάσταση. Άλλωστε και η ορθόδοξη θεολογία και ζωή τονίζουν ότι το πένθος στην εκκλησία βιώνεται ως «χαροποιόν πένθος» και η λύπη ως «χαρμολύπη». Μάλιστα είναι χρήσιμο να αναφέρουμε πως ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης διδάσκει «Όποιος περνά την ζωή του συνεχώς με το κατά Θεόν πένθος δεν παύει από το να εορτάζει καθημερινά»

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει τους πιστούς με διάφορους τρόπους το ήθος και την θεολογία της περί του χαροποιού πένθους. Θα επισημάνουμε μερικές παρακάτω:

 

ΕΞΟΔΙΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ: η Εκκλησία μας στη εξόδιο ακολουθία με ρεαλιστικότατα και ακράδαντη πεποίθηση τονίζει την ανάσταση των νεκρών, την ματαιότητα των εγκοσμίων και την μακαριότητα του παράδεισου ενώ παράλληλα παρηγορεί και διδάσκει τα ζώντα μέλη της το δρόμο της μετανοίας τονίζοντας και υμνογραφικά το τελευταίο άρθρο του συμβόλου της πίστεως «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Το πένθος, ο πόνος και τα δάκρυα που προέρχονται απ’ τον σωματικό θάνατο ενός συνανθρώπου μας, και που ως ένα σημείο είναι φυσικά και δικαιολογημένα, αφού και ο Κύριος «λυπήθηκε βαθιά, ταράχτηκε και εδάκρυσε» για την κοίμηση του φίλου Του Λαζάρου (Ιω. 11:33,35), διασκορπίζονται και απομακρύνονται από τις ψυχές εκείνων που αποχωρίστηκαν κάποιο προσφιλές τους πρόσωπο, αφού ο σωματικός θάνατος είναι πρόσκαιρος ύπνος απ’ τον οποίο θα ξυπνήσει ο κεκοιμημένος στην κοινή ανάσταση.

 

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ: Στην βυζαντινή αγιογραφία δεν υπάρχουν σκηνές πένθους με την κοσμική έννοια του όρου. Και στα πιο «πένθιμα» γεγονότα επικρατεί η χαρμολύπη και η ελπίδα της Αναστάσεως. Στη Σταύρωση π.χ. το πρόσωπο του Εσταυρωμένου Νυμφίου της Εκκλησίας δεν εκφράζει επιθανάτια αγωνία και πόνο, αλλά ηρεμία και γαλήνη, και το πανάχραντο Σώμα Του, απαλλαγμένο επίτηδες από τον νόμο της βαρύτητας, παραπέμπει στην Ανάσταση. Η λύπη των συμμετεχόντων στα γεγονότα των εικονογραφουμένων παραστάσεων είναι απόλυτα συγκρατημένη· έτσι επαληθεύεται ο λόγος του Κυρίου: «η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιω. 15:20) αφού είναι βασισμένη στην Ανάσταση. Αλλά και η χαρά επίσης είναι συγκρατημένη και δεν έχει καμιά σχέση με την κοσμική χαρά. Η χριστιανική χαρά είναι «καρπός του Πνεύματος» χωρίς ξεφαντώματα και υπερβολικές εξωτερικές εκδηλώσεις. Αυτή την χαρά έχουν τα πρόσωπα στην εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού ή σε παραστάσεις με αναστάσιμη θεματολογία, στις οποίες επικρατεί το στοιχείο της ηρεμίας και της ψυχικής γαλήνης.

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: Με την έναρξη της Μ. Τεσσαρακοστής, που είναι κατ’ εξοχήν περίοδος μετανοίας, ασκήσεως, μνήμης θανάτου και πένθους, η Εκκλησία με τους ύμνους, τα αγιογραφικά αναγνώσματα, αλλά και με την όλη λειτουργική ατμόσφαιρα μας βοηθάει να βιώσουμε την διαφορά ανάμεσα στο κοσμικό πένθος και το χριστιανικό χαροποιό πένθος. Η προτροπή μέσα από τους ύμνους να υποδεχθούμε με χαρά την νηστεία δεν έχει μόνον ως σκοπό της την αποφυγή της υποκρισίας αλλά και την αποφυγή του μελαγχολικού πένθους, που δεν ταιριάζει με την Ορθόδοξη πραγματικότητα. Την Μ. Τεσσαρακοστή η Εκκλησία μας καλεί αφ’ ενός μεν να κλάψουμε και να θρηνήσουμε για τις αμαρτίες μας, ζητώντας το έλεος του φιλεύσπλαχνου Θεού, αφ’ ετέρου δε να χαρούμε για την σωτηρία μας και την συμμετοχή μας στο γεγονός της Αναστάσεως. Έτσι το πένθος, η λύπη και τα δάκρυα της μετανοίας δεν έχουν καταθλιπτικό χαρακτήρα, αλλά μετατρέπονται τελικώς σε πνευματική χαρά, σε «πένθος χαρμόσυνον». Μας προτρέπει δηλαδή να ξεκινήσουμε με νηστεία, άσκηση, δάκρυα το πνευματικό ταξίδι που θα έχει τελικό προορισμό την Ανάσταση, στην οποία θα απολαύσουμε το φως και τη χαρά που αναβλύζουν από το κενό μνημείο του Αναστάντος Χριστού.

 

Βέβαια είναι αναπόφευκτο συνειδητοποιώντας την απώλεια ο πενθών να κλάψει και να πονέσει, άλλωστε έχουν καθαρτικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν πρέπει να εμποδίσουμε τον θλιμμένο να κλάψει ή να επιχειρήσουμε να καθορίσουμε πόσο θα πρέπει να κλάψει. Η δική μας συμπαράσταση μπορεί να γίνει με την απλή παρουσία. Πρέπει να αποφεύγονται οι αντιδράσεις με τις οποίες συχνά προσπαθούμε να καλύψουμε τη βαθιά μας αγωνία. Δεν χρειάζεται να βρούμε κάποια εξήγηση ή δικαιολογία για τον θάνατο. Πολλές φορές η σιωπή παρηγορεί περισσότερο από κάθε λόγο. O θλιμμένος έχει την ανάγκη να εκφράσει τον πόνο σε κάποιον, να νιώσει πως δεν είναι μόνος, πως ανήκει κάπου. Tο θάνατο μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να τον αγνοήσουμε είτε να τον κατανοήσουμε.

 

Μόνο όταν ο άνθρωπος δεχτεί το πεπερασμένο της υπάρξεώς του μπορεί να βρει το κουράγιο που χρειάζεται να απορρίψει τους εξωτερικούς ρόλους και προσδοκίες και να αφιερώσει κάθε ημέρα της ζωής του στην κατά το δυνατόν πλήρη ανάπτυξή του.

 

Οι νηπτικοί Πατέρες υποστηρίζουν ότι απαραίτητη είναι η αντίδραση της θλίψης πρωτίστως στον χωρισμό από τον Θεό, που είναι ο απόλυτος, ο πραγματικός θάνατος. Τότε ο άνθρωπος δεν θα παραλύει στη θέα του φυσικού θανάτου και δεν θα τον ανησυχεί τόσο πολύ ο θάνατος του κορμιού του, αλλά θα προσπαθεί να σωθεί από τον πνευματικό θάνατο, που είναι η ζωή.

 

Κλείνοντας ας έχουμε όλοι στο μυαλό μας και σύνθημα στη ζωή μας το τελευταίο άρθρο του συμβόλου της πίστεως μας.

 

 

 

«Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».

 

spot_img
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -spot_img

ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ ΤΩΡΑ

- Advertisment -spot_img